Picture
ΤΟ ΣΥΝΤΑΡΑΚΤΙΚΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΤΗΣ ΠΤΩΣΕΩΣ.

«Ἀπώλεσα, τὸ πρωτόκτιστον κάλλος, καὶ τὴν εὐπρέπειάν μου, καὶ ἄρτι κεῖμαι γυμνός, καὶ καταισχύνομαι».[1]

Οἱ γενάρχες μας, με­τά τήν ἔκπτωση καί ἀλλοτρίωσή τους ἀπό τόν Θεό, τήν ἀπώλεια τῆς Χάριτος (πού εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τόν σκοτασμό τοῦ νοός) καί τήν ἔξω­σή τους ἀπό τόν πάντερπνο ἐπίγειο Παράδεισο, ἔκλαι­γαν καί στέ­να­ζαν, καί μα­ζί μέ αὐτούς καλεῖται να θρηνήσει ὅλη ἡ ἀνθρω­πό­τη­τα, ὅπως τό πα­ρου­σιάζει στό Συ­να­ξά­ριο τῆς Κυ­ριακῆς τῆς Τυ­ρινῆς ἡ Ἐκκλη­σί­α μας: «Κό­σμος γε­νάρ­χαις πι­κρά συνθρη­νη­σά­τω, βρώ­σει γλυ­κείᾳ συ­μπε­σών πε­πτω­κό­σι». 

Ἡ Πρώτη ἡμέρα τῆς Ἁγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ἡ Καθαρά Δευτέρα ὅπως συνηθίσαμε νά τή λέμε, εἶναι ἡμέρα θρήνου καί πένθους, γιά τόν χαμένο Παράδεισο, ὅπως ἀκοῦμε ἀπό τούς σχετικούς ὕμνους τῆς Ἐκκλησίας μας. Εἶναι ἡμέρα τελείας Νηστείας καί προσευχῆς θερμῆς, πού συντελοῦν στήν πνευματική ἀνάμνηση τῆς ἐξώσεως ἀπό τόν Παράδεισο. Καί ὅμως, στή σημερινή πραγματικότητα στή χώρα μας, ἡ Καθαρά Δευτέρα ἔγινε ἡμέρα ἀργίας μέ σκοπό τήν κοσμική ἀπόλαυση τῶν ὑλικῶν, ἡμέρα τρυφῆς, καταλύσεως καί ἁμαρτίας, κοσμκῶν διασκεδάσεων καί ἐπιδόσεων σέ ποτά καί ἄλλα πάθη, ἀπό μέρους τῶν Χριστιανῶν.

Ὅλα τά Θεῖα δω­ρή­μα­τα, χαρίσματα καί ὑπερπολύτιμα δῶρα τοῦ ἐπιγείου Παραδείσου, πού συνιστοῦσαν τό «πρωτόκτιστον κάλλος», ὁ ἄνθρω­πος, δυστυχῶς, δέν τά ἀξιο­ποί­η­σε! Δέν φά­νη­κε ἄξιος τῶν Χα­ρισμά­των τοῦ Θε­οῦ, δέν τί­μη­σε τόν τι­μή­σα­ντα αὐτόν πάν­σο­φο καί Θεῖο Δη­μιουργό, ἀλλά προτίμησε τήν αὐτονόμηση καί τήν ἀποστασιοποίηση ἀπό Αὐτόν! Καί ἐνῶ ὁ Θεός πα­ρεῖχε στόν ἄνθρω­πο ὅλα τά ἀγα­θά καί τά μέ­σα πρός τή θέ­ω­ση, τά «αἰνίγ­μα­τα», τόν «ἀρραβῶνα» τῆς ἀθα­να­σί­ας, πού ἦταν, ὅπως πε­ρι­γρά­φη­κε στά προ­η­γού­με­να, «ἡ πρός τόν Θε­όν ὁμι­λί­α, τό ἀτα­λαί­πω­ρον τῆς ζωῆς, τό λύ­πης καί φρο­ντί­δων ἀπηλ­λά­χθαι καί πό­νων καί τῶν ἄλλων τῶν ἐπι­κή­ρων»[2], μέ σκο­πό τήν ἀξιο­ποί­η­ση ὅλων αὐτῶν ἐκ μέ­ρους τοῦ ἀνθρώ­που, ὥστε νά γί­νει ἔπει­τα δε­κτι­κός στα­δια­κά ― παι­δα­γω­γού­με­νος καί διὰ τῆς δικῆς του ἑκού­σιας συμ­βολῆς― καί τῶν μει­ζό­νων ἀγαθῶν, ἐν τού­τοις ὁ ἄνθρω­πος κα­τέ­στη ἀνά­ξιος αὐτῆς τῆς τιμῆς. 

Ὅλα τά ἀνέ­τρε­ψε τό συ­ντα­ρα­κτι­κό γε­γο­νός τῆς Πτώ­σεως, τῆς ἀνταρ­σί­ας, ἀστο­χί­ας καί ἀπο­τυ­χί­ας τοῦ ἀνθρώ­που νά φθάσει στό «καθ᾿ ὁμοί­ω­σιν», δηλ. τῆς κακῆς χρή­σης τοῦ αὐτε­ξου­σί­ου του· μέ ἄλλα λό­για, τῆς ὕβρε­ως αὐτῆς ἐνα­ντί­ον τοῦ Θε­οῦ, τῆς προσπάθειας αὐτοθεώσεως καί ὑπαρξιακῆς αὐτονομήσεως τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν Θεό, τῆς κι­νή­σε­ως πρός τήν ἑω­σφο­ρι­κή «ἰσο­θε­ΐ­α», μονιστικά, ἐγω­ϊ­στι­κά, λά­θρα τοῦ Θε­οῦ. Ὁ Ἀδάμ, ὑπο­χω­ρώ­ντας στήν ὑπο­βο­λή τοῦ «ἀρχεκά­κου ὅφε­ως», τοῦ δια­βό­λου, ὁ ὁποῖος ἔλεγε στούς πρω­το­πλά­στους ὅτι «ἔσε­σθε ὡς θε­οί»[3], θέ­λη­σε νά γί­νει μό­νος του θε­ός, ὄχι ὅπως ἦταν προ­ο­ρι­σμέ­νος νά γί­νει, σέ κοι­νω­νί­α μέ τόν Ἴδιο τόν Θε­ό ἐν Αὐτῷ καί δι᾿ Αὐτοῦ· ἐπέ­λε­ξε τήν αὐτο­θέ­ωση καί ὄχι τήν ἐν ὑπα­κοῇ θέ­ω­ση. Καί, συ­νεπῶς, ἀντὶ τῆς πνευ­μα­τικῆς ἀνυ­ψώ­σε­ώς του, ἐξέ­πε­σε, ἀφοῦ «τό χεῖρον καί μή ὄν τοῦ κρείτ­το­νος καί ὄντος ἑκών ἀντηλ­λά­ξα­το», κα­τά τόν θε­ο­φό­ρο Μά­ξι­μο τόν Ὁμο­λο­γη­τή[4].

Ἡ πα­ρα­κο­ή τοῦ Ἀδάμ, γιά τήν ὁποία ἀκοῦμε συ­χνά τήν Ἐκκλη­σί­α νά κά­νει λό­γο ἰδί­ως μέ­σα ἀπό τά ὑμνο­λο­γι­κά καί ἄλλα κεί­με­νά της, καί ὁ ἐκ τῆς παρα­κοῆς σκο­τα­σμός τοῦ νοῦ, εἶχαν ὡς συ­νέ­πεια τή με­ρικὴ ἄρση τῆς Θεί­ας Χά­ρι­τος ἀπό τήν ψυ­χή τοῦ πα­ρή­κο­ου ἀνθρώ­που, δηλ. τήν ἀμαύ­ρω­ση ἤ ζό­φω­ση τοῦ «κατ᾿ εἰκό­να» καί τήν ἀλλο­τρί­ω­σή του ἀπό τοῦ Θε­οῦ: 

Τήν Κυριακή τῆς Τυρινῆς ψάλλουμε: «Οἴμοι ὁ Ἀδάμ, ἐν θρή­νω κέ­κρα­γεν, ὅτι ὄφις καί γυ­νή, θε­ϊκῆς παρ­ρη­σί­ας με ἔξωσαν, καί Πα­ρα­δεί­σου τῆς τρυφῆς ξύ­λου βρῶσις ἠλλο­τρί­ω­σεν».

Ἡ βρώ­ση τοῦ ἀπα­γο­ρευ­μέ­νου καρ­ποῦ στόν Πα­ρά­δει­σο, γιά τήν ὁποί­α κά­νει λό­γο ἡ σχε­τι­κή δι­ή­γη­ση τῆς Γραφῆς, ἑρμη­νεύ­ε­ται ἀπό τούς Πα­τέ­ρες ὡς ἄκαι­ρη καὶ ἀνώ­ρι­μη ―λόγῳ βί­αι­ης καὶ πλε­ο­νε­κτικῆς ἐκζη­τή­σε­ως τῆς ἀπο­κτή­σε­ως μιᾶς τα­χεί­ας καὶ εὔκο­λης ὑπερ­φυ­σικῆς πα­ντο­δυ­να­μί­ας― «γεύ­ση» τῆς θε­ω­ρί­ας τοῦ Θε­οῦ, στήν ὁποί­α θά ἔφθα­νε ὁ ἄνθρω­πος, μὲ τὴ Θεί­α συ­νέρ­γεια, ἀγω­νι­ζό­με­νος στα­δια­κά: «Θε­ω­ρί­α ἦν τό φυ­τόν», ὅπως μᾶς ἐπι­ση­μαί­νει ὁ ἅγιος Γρηγό­ριος, ὁ τῆς Θε­ο­λογί­ας ἐπώ­νυμος[5].

Ἡ Γρα­φή ὁμι­λεῖ καί γιά τά δύ­ο «δέν­δρα», τά ὁποῖα βρί­σκο­νταν στό κέ­ντρο τοῦ Πα­ρα­δεί­σου, καί στά ὁποῖα προσ­δί­δε­ται μί­α ἰδιαί­τε­ρη ση­μα­σί­α: «τό ξύ­λον τῆς ζωῆς ἐν μέ­σῳ τοῦ πα­ρα­δεί­σου καί τό ξύλον τοῦ εἰδέ­ναι γνω­στόν κα­λοῦ καί πο­νη­ροῦ»[6]. Ἡ ἀπα­γό­ρευ­ση, ἐκ μέ­ρους τοῦ Θε­οῦ, τῆς βρώ­σε­ως τοῦ δέν­δρου τῆς γνώ­σε­ως τοῦ κα­λοῦ καί τοῦ κα­κοῦ δέν ἦταν, πα­ρά μί­α δο­κι­μα­σί­α τοῦ αὐτεξουσίου, τῆς ἐλευ­θέρας βου­λή­σε­ως τοῦ ἀνθρώ­που, ἀλλ ὡστόσο ἀπο­τε­λοῦσε καί μί­α προ­ει­δο­ποί­η­ση γιά τόν ἐκ τῆς πα­ρα­κοῆς ἐπερ­χό­με­νο θά­να­το: «Ἧ δ᾿ ἄν ἡμέρᾳ φά­γη­τε ἀπ᾿ αὐτοῦ, θα­νάτῳ ἀπο­θα­νεῖσθε»[7]. 

Τό «δέν­δρο τῆς γνώ­σε­ως», οὔτε φυ­τεύ­τη­κε μέ κα­κό σκο­πό, οὔτε ἀπα­γο­ρεύ­τη­κε ἀπό φθό­νο, ὅπως λέ­γει πά­λι ὁ Θεολόγος Γρη­γό­ριος, ἀλλά ἦταν κα­λό, ὅταν τό δο­κί­μα­ζε κα­νείς στόν κα­τάλ­λη­λο «και­ρό»: «Τό δέ ἦν τό ξύ­λον τῆς γνώ­σε­ως, οὔτε φυ­τευ­θέν ἀπ᾿ ἀρχῆς κακῶς, οὔτε ἀπα­γο­ρευ­θέν φθο­νερῶς... Ἀλλά κα­λόν μέν, εὐκαί­ρως με­τα­λαμ­βα­νό­με­νον»[8]. Για­τί μί­α γνώ­ση (πού ὁπωσ­δή­πο­τε συ­νι­στᾶ δύ­να­μη) στὰ χέ­ρια μιᾶς ἀνώ­ριμης ψυ­χικὰ καὶ πνευ­μα­τικὰ ὕπαρ­ξης ἀπο­τε­λεῖ ἐπι­κίν­δυ­νο ὅπλο, τό­σο γιὰ τὴν ἴδια, ὅσο καὶ γιὰ τοὺς συ­ναν­θρώ­πους της. Ἕνα τρο­πά­ριο τοῦ Κα­νό­να τῆς ἑορ­τῆς τῆς Ὑψώ­σε­ως τοῦ Τι­μί­ου Σταυ­ροῦ διατυ­πώ­νει ἀκριβῶς αὐτήν τήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα: «Ἔλυ­σε πρό­σταγμα Θε­οῦ πα­ρα­κο­ή, καί ξύ­λον ἤνε­γκε θά­να­τον βροτοῖς, τό μή εὐκαί­ρως με­τα­ληφθέν».

Ἡ βρώ­ση τοῦ «δέν­δρου τῆς γνώ­σε­ως» ἔδι­νε, λοι­πόν, γνω­στι­κή δύ­να­μη περὶ τῆς οἰκεί­ας φύ­σε­ως, πρᾶγμα τό ὁποῖο εἶναι κα­λό μὲν γιά τούς τελεί­ους (ὅπως ἔπρε­πε νά φθάσει ὁ Ἀδάμ, ὁδεύ­ο­ντας στα­διακά πρός τή θέ­ω­ση), ἀλλά κα­κό καί ἐπι­βλα­βές γιά τούς ἀτε­λε­στέ­ρους καί μή προ­ε­τοι­μασμέ­νους κα­τάλ­ληλα πρός τοῦτο, ὅπως εἶναι ἐπι­βλα­βής ἡ στε­ρε­ά τρο­φή στό βρέ­φος, πού ἀκό­μη ἔχει τήν ἀνά­γκη τοῦ γά­λακτος, σύμ­φω­να μὲ τὸν Παύ­λειο λό­γο. Ἦταν, συ­νεπῶς, ἕνα δο­κι­μα­στή­ριο καί μί­α ἄσκη­ση ἀρετῆς καί ἐλευ­θε­ρί­ας γιά τόν ἄνθρω­πο, μέ­σα ἀπό τήν ὁποί­α θά φαι­νό­ταν ἡ κα­λή ἤ κα­κή χρή­ση τοῦ αὐτε­ξου­σί­ου του. Καί τά ἀπο­τε­λέ­σμα­τα γνω­στά, ἀφοῦ ὁ ἄνθρω­πος πα­ρή­κου­σε, ἀπέ­τυ­χε, ἀστό­χη­σε καὶ ἐξέ­πε­σε. «Ἀντί ὁ ἀτε­λής ἄνθρω­πος, ὁ νή­πιος, νά πά­ρη τό δρό­μο τῆς προ­κοπῆς καί τῆς τε­λειώσεως, γιά νά γί­νει θε­ός κα­τά Χά­ρη, ἐπα­να­στατεῖ καί βά­ζει κα­τά φα­ντα­σί­α στό δρό­μο τοῦ Θε­οῦ τόν ἑαυ­τό του»[9]. Αὐτή ἡ ἀπο­τυ­χί­α τοῦ ἀτο­μο­κε­ντρι­σμοῦ ὁδή­γη­σε μοι­ραῖα στή δια­κο­πή τῆς κοι­νω­νί­ας τοῦ ἀνθρώ­που μέ τόν Θε­ό καί τήν ἀπο­μά­κρυν­ση τῶν Πρω­το­πλά­στων ἀπό τόν Πα­ρά­δει­σο τῆς τρυφῆς, ὥστε νά μή γεύ­ο­νται (ἀναξί­ως) καὶ ἀπό τό ἄλλο δέν­δρο, τῆς «ζωῆς» (δηλ. τῆς ἀθα­να­σί­ας), καί ἔτσι διαιω­νί­ζε­ται ἡ ἁμαρ­τί­α καί τό κα­κό: «ἵνα μή τό κα­κόν ἀθά­να­τον γέ­νηται», ὅπως χα­ρα­κτη­ρι­στικὰ λέ­γει ἡ γνω­στή Εὐχή τοῦ Μ. Βα­σι­λεί­ου. Ὁ Γρη­γό­ριος ὁ Θε­ο­λό­γος, μάλι­στα, θά ὑπο­γραμ­μί­σει ὅτι κερ­δί­ζει ὁ Ἀδάμ ἀπό αὐτό, δη­λα­δή τήν ἔξο­δό του ἀπό τόν Πα­ράδει­σο, τό ὅτι ἔγι­νε θνη­τός καί ἔτσι δια­κό­πτε­ται βιαί­ως ἡ ἁμαρ­τί­α· κατ᾿ αὐτὸν τὸν τρό­πο, ἡ τι­μω­ρί­α ἀπο­βαί­νει φι­λαν­θρω­πί­α.

Ὡστό­σο, διά τῆς Πτώ­σε­ως, ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος «φθαρτός ἐξ ἀφθάρτου γέγονεν» ὅπως λέγει χαρακτηριστικά ὁ Ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας[10], εἰσῆλθε ὁ θά­να­τος στό ἀνθρώ­πι­νο γέ­νος, σύμ­φω­να μέ τήν προ­ει­δο­ποί­η­ση τοῦ Θε­οῦ, ὁ ὁποῖος θά­να­τος, βε­βαί­ως, δέν εἶναι δη­μιούρ­γημα τοῦ Θε­οῦ· καί πε­ρί αὐτοῦ μᾶς δια­βε­βαιώ­νει πά­λι ἡ ἴδια ἡ Ἁγί­α Γρα­φή, ἡ ὁποία καθαρά γράφει ὅτι «Ὁ Θε­ός θά­να­τον οὐκ ἐποί­η­σε»[11]. Ἀλλά, ἡ πα­ρα­κο­ή κατέστη­σε τόν ἄνθρω­πο θνη­τό, ἐνῶ ἀρχι­κά, ὅπως εἰπώθηκε στά προηγούμενα, εἶχε τήν δυνατότητα καί προοπτική τῆς ἀθανασίας, στήν ὁποία θά ἔφθανε μέ τήν καλή χρήση τοῦ αὐτεξουσίου του.

Ἔκτο­τε, ὅπως εὔστοχα γράφει ὁ ­λόγιος Ἁγιορείτης Γέροντας π. Αὐγουστίνος Ἁγιοβασιλειάτης, « ὑφέρ­πει ὁ θά­να­τος, ὁ τρο­με­ρός αὐτός δρεπα­νο­φό­ρος δη­μο­κρά­της, ὁ ὁποῖος οὔτε νε­ό­τη­τα ἀπο­στρέ­φε­ται, οὔτε πλού­σιον, οὔτε ἀξιω­μα­τι­κόν ἤ ἐν ἐξου­σί­αις ὑπε­ρέ­χο­ντα, ἀλλ᾿ ἐφ᾿ ὅλων ἐπέρ­χε­ται τρομερός καί φο­βε­ρός τήν ὄψιν, διά νά χω­ρί­σῃ τήν ψυχήν ἀπό τό σῶμα, καί, ἀφοῦ λά­βῃ τήν ψυ­χήν, ἀφή­νει τό σῶμα, διά νά τα­φῇ καί νά ἀπο­δώ­σῃ τό ὀφειλό­με­νον χρέ­ος εἰς τήν γῆν»[12].

Θά­να­τος, ἐξο­ρί­α, ἀλλο­τρί­ω­ση Θε­οῦ, τραυ­μα­τι­σμός τοῦ ἀνθρω­πί­νου γέ­νους ὑπό τῆς ἁμαρ­τί­ας, εἶναι, λοι­πόν, τά τρο­με­ρά δει­νά, πού ἀκο­λού­θη­σαν τήν Πτώ­ση τοῦ Ἀδάμ.

Εἶναι, ὡστό­σο, χρή­σι­μο, νά ἐπι­ση­μά­νου­με ὅτι ἡ Πτώ­ση, ἡ ὁποί­α ἐκλαμ­βά­νε­ται ὡς ἁμαρ­τί­α, ἀστο­χί­α, πα­ρα­κο­ή, λή­θη καὶ ὕβρις κα­τά τοῦ Θε­οῦ, αὐτο­νο­μί­α τοῦ ἀνθρώ­που καί κί­νη­ση πρός τήν ἰσο­θε­ΐ­α, με­ταδόθη­κε στό ἀνθρώ­πι­νο γένος μέ τίς φο­βε­ρές της συ­νέ­πειες· καί ὅλες αὐτές συ­νο­ψί­ζο­νται μὲ θε­ο­λο­γικὴ γλῶσσα στὴ φθο­ρά καί τὴ θνη­τότη­τα, ἀλλά καί ροπή πρός τήν ἁμαρτία. Ὅλα αὐτά, λοιπόν, τά δει­νά τῆς τρα­γικῆς συ­γκρού­σε­ως τοῦ ἀνθρώ­που μέ τόν Θε­ό εἰσόρ­μη­σαν στήν πτω­τι­κή, νο­σοῦσα πλέον, φύ­ση μας. Ὁ ἀπό­στο­λος Παῦλος, μέ πο­λύ λί­γες λέ­ξεις, τό δια­τυ­πώ­νει ἄρι­στα: «Πά­ντες ἥμαρ­τον καί ὑστε­ροῦνται τῆς δό­ξης τοῦ Θε­οῦ»[13].

Δέν πρό­κει­ται πε­ρί κλη­ρο­νο­μικῆς ἐνοχῆς, ὅπως τὸ ἑρμή­νευ­σε καὶ πι­στεύ­ει ἡ ἀποκλίνουσα Δύση, ἀλλά πε­ρί κλη­ρο­νο­μή­σεως μό­νο τῶν συ­νε­πειῶν τῆς Πτώ­σε­ως· μὲ ἄλλα λό­για, πε­ρί ἀσθε­νεί­ας τῆς φύ­σε­ώς μας, ὅπως δέχο­νται οἱ ἀνα­το­λι­κοί Πα­τέ­ρες τῆς Ἐκκλη­σί­ας (Ἰω­άν­νης ὁ Χρυ­σό­στο­μος κ.ἄ). Πο­λύ ρω­μα­λέα μά­λι­στα, θά λέγα­με, τό ἐκφρά­ζει ὁ ἅγιος Κύ­ριλ­λος, ὁ ὑπέρ­μα­χος τῆς Θε­ο­τό­κου, ἡ σφραγίδα τῆς Πατερικῆς Παραδόσεως: «Νε­νό­ση­κεν οὗν ἡ φύ­σις τήν ἁμαρ­τί­αν, διά τῆς πα­ρα­κοῆς τοῦ ἑνός, τοὐτέ­στιν Ἀδάμ...»[14]. Ἀσθέ­νη­σε, λοι­πόν, ἡ φύ­ση μας καί «με­τα­ξύ τῶν κλη­ρο­νο­μικῶν ἀσθε­νειῶν τῆς ἀνθρω­πό­τη­τος, ἀσφαλῶς δέ ἡ βά­σις ὅλων τῶν ἀσθε­νειῶν ἐν γέ­νει, εἶναι ἡ φθο­ρά καί ὁ θά­νατος, δι᾿ ὧν ὁ σα­τανᾶς καί ἡ ἁμαρ­τί­α βα­σι­λεύ­ουν. Μό­νον ὁ Χρι­στός δι᾿ Ἁγί­ου Πνεύ­μα­τος καί ἐκ Παρ­θέ­νου ἐγεν­νή­θη ἐκτός τῆς τυ­ραν­νί­δος τοῦ δια­βό­λου»[15].
--------------------------------------------------------------------------------

[1] Τροπάριον Μ. Κανόνος, Ὠδή Β΄.

[2] Ἰω. Χρυ­σο­στό­μου, Εἰς τήν Α΄ Κο­ριν­θ. 17, 3, MPG 61, 139.

[3] Γεν. 3, 5


[4] Πε­ρί ἀπο­ριῶν 7, ΜPG. 91,1084D-1085A.


[5] Ε­ΠΕ 5, 166.

[6] Γεν. 2, 9.

[7] Γεν. 2, 17.

[8] Ε­ΠΕ 5, 166.

[9] Ν. Μα­τσού­κα, Δογ­μα­τι­κή Β’, σ. 205.

[10] Κατά ἀνθρωπομορφιτῶν, MPG. 76, 1092 

[11] Σ. Σολ. 1, 12.

[12] Βλ. Αὐγου­στί­νου μο­να­χοῦ, Ἁγιο­ρεί­του, Ἁγιο­βα­σι­λειά­του, «Τό χρέ­ος μας διά τούς ἐν Χρι­στῷ κε­κοι­μη­μέ­νους ἀδελ­φούς» πα­ρά­γρ. 10. (ὑπό ἔκδο­σιν), εἰς Περιοδικόν Ἅγιος Ἀγαθάγγελος Ἐσφιγμενίτης. 

[13] Ρωμ. 3, 23.

[14] Κυ­ρίλ­λου, Εἰς τήν πρός Ρω­μαί­ους ἐπι­στο­λήν, ΜPG 74, 789 AB. Ἐπισημαίνεται μάλιστα ἀπό τόν γνωστό ἐκεῖνο μεγάλο θεολόγο Π. Νέλλα, ὅτι αὐτή ἡ τοποθέτηση τοῦ ἁγίου Κυρίλλου περί ἀσθενείας τῆς φύσεώς μας πού ἀναφέρεται στόν τρόπο διαδόσεως τῆς ἁμαρτίας, ἐκφράζει τόν πυρήνα τῆς Πατερικῆς Διδασκαλίας ἐπί τοῦ θέματος αὐτοῦ. Βλ. Χρυσ. Σταμούλη, «Θεοτόκος καί ὀρθόδοξο Δόγμα», ἔκδ. «Τό Παλίμψηστον», Θεσσαλονίκη 2003 (β΄), σελ. 51.

[15] Βλ. π. Ἰω. Ρω­μα­νί­δου, Τό προ­πα­το­ρι­κόν ἁμάρ­τη­μα, ἐκδ. Δό­μος, σ. 161.


 
 
 
 
 
 
 
 
Picture
Γράφει ο Ιερομόναχος π. Νικηφόρος

Ὁ Ἅγιος Τριαδικός Θεός, τόν Ὁποῖον λατρεύουμε οἱ Ὀρθόδοξοι, ὡς «Ποιητήν οὐρανοῦ καί γῆς, ὁρατῶν τε πάντων και ἀοράτων», ἔχει κατά τήν ὀρθόδοξη Δογματική, κίνηση «ἐσωτερική» καί «ἐξωτερική», ὅπως μποροῦμε νά ἐκφρασθοῦμε ἀνθρωποπρεπῶς. Ἡ «ἐσωτερική» κίνηση εἶναι ἡ κίνηση τῆς οὐσίας Του, ἡ ὁποία εἶναι παντελῶς ἄγνωστη καί ἀκατάληπτη σέ ἀνθρώπους καί ἀγγέλους, ἀπρόσιτη καί ἀμέθεκτη. Ἡ λεγομένη «ἐξωτερική κίνηση» τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἡ πραγμάτωση τῆς δημιουργίας καί ἔπειτα καί τῆς ἀπολυτρώσεως, μέ κοινή φυσική ἐνέργεια τῶν προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος. «Ὁ Πατήρ, δι᾿ Υἱοῦ, ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ποιεῖ τά πάντα» κατά τή γνωστή στούς μελετητές, δογματική ἔκφραση τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου, Ἀρχιεπισκόπου Ἀλεξανδρείας.[1] Ὁ προαιώνιος Θεός, ἔκτισε τούς αἰῶνες τῶν πνευμάτων, τόν κόσμο, τόν ἄνθρωπο, σέ διαδοχικές φάσεις, ἀφοῦ ἡ κτίση στό σύνολό της εἶναι ἐξελικτική.[2] (Αὐτό, βεβαίως, δέν ἔχει καμία ταύτιση μέ τήν πλανεμένη καί ἀντιεπιστημονική ἐξελικτική θεωρία τοῦ Δαρβίνου).


Ὅλη ἡ κτίση, ὁρατή καί ἀόρατη, εἶναι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ «ἐκ τοῦ μή ὄντος», χωρίς προϋπάρχουσα ὕλη, μόνο ἀπό τήν ἄκτιστη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ. Δέν προέρχεται ἡ κτίση ἀπό τήν οὐσία τοῦ Θεοῦ, ὅπως δίδασκαν οἱ φιλόσοφοι[3], θεωρώντας τά κτίσματα συνύπαρκτα μέ τόν Θεό, ἀλλά προέρχεται ἀπό τήν βουλητική ἐνέργειά Του! Σαφέστατα τό ξεκαθαρίζει ὁ μεγάλος δογματολόγος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας (7ος αἰ.), ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, γράφοντας ὅτι ὁ Θεός, «οὐκ ἐκ τῆς οὐσίας αὐτοῦ τήν κτίσιν παρήγαγεν, ἀλλ᾿ ἐκ τοῦ μή ὄντως εἰς τό εἶναι θελήματι». [4]

Ἡ ἄκτιστη ἐνέργεια, ἡ «πρός τά ἔξω κίνηση» τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, παράγει τή δημιουργία ἐν χρόνῳ, μᾶλλον «μέ τόν χρόνο», κατά τήν ἔκφραση τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου, ἀφοῦ ὁ χρόνος δημιουργήθηκε συμφυής μέ τόν κόσμο, κατά τόν Μ. Βασίλειο.[5] Αὐτή ἡ δημιουργία, εἶναι «ἑτερούσια» ἀπό τόν Θεό, δηλαδή δέν προέρχεται ἀπό τήν οὐσία Του ἀλλά ἀπό τήν ἄκτιστη ἐνέργειά Του.

Τό ὑπογραμμίζει αὐτό ἡ Θεολογία, ἐκφράζοντας ρητά τή σχέση ὄντος καί μή ὄντος, ἀκτίστου καί κτιστοῦ, οὐσίας τοῦ Θεοῦ καί ἐνεργειῶν Αὐτοῦ. Καί εἶναι πολύ θεμελιώδης γιά τήν Ὀρθόδοξη Θεολογία ἡ διάκριση κτιστοῦ καί ἀκτίστου, γιά νά τονιστεῖ ὅτι μέσα στό κτιστό συμπεριλαμβάνονται καί τά αἰσθητά καί τά νοερά, ὡς δημιουργήματα τοῦ ἀκτίστου Θεοῦ.

Ἀντίθετα, στή φιλοσοφία (βλ. Πλάτων), ὅπου ἰσχύουν τά λεγόμενα διαρχικά θεωρήματα, τονίζεται ἡ αὐθυπαρξία δύο κόσμων, τοῦ αἰσθητοῦ καί τοῦ νοητοῦ. Ὁ αἰσθητός κόσμος εἶναι ἕνα «ρέον γίγνεσθαι», ὁ δέ νοητός εἶναι ἄφθαρτος καί ἀθάνατος καί ἔτσι θεωρεῖται καί ἡ ἀνθρώπινη ψυχή, ὡς ἀνώλεθρη καί κατά φύσιν ἀθάνατη.[6] Γι᾿ αὐτό καί γίνεται λόγος ἐκεῖ περί τῆς πτώσεως τῶν πνευμάτων - ψυχῶν ἀπό τόν ἀγέννητο κόσμο τῶν Ἰδεῶν καί τῆς ἔνεκα τιμωρίας των περικλείσεως στά σώματα σάν σέ φυλακή κλπ., ἐνῶ ἡ Ὀρθοδοξία μας πιστεύει, κατά τήν θεία Ἀποκάλυψη ὅτι ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου εἶναι κατά Χάριν ἀθάνατη, ἀφοῦ μετέχει στήν Ἀθανασία τοῦ Θεοῦ. Ἀλλά περί ψυχῆς, θά γίνει λόγος στό ἑπόμενο Κεφάλαιο.

Ἐπανερχόμαστε στή δημιουργία καί τόν κόσμο καί ὑπογραμμίζουμε ὅτι, κατά τούς Πατέρες, τίποτε δέν μεσολαβεῖ μεταξύ Θεοῦ - Δημιουργοῦ καί κτίσεως, ὁρατῆς καί νοερᾶς, παρά μόνο ἡ ἀΐδιος βουλή τοῦ Θεοῦ ὡς ἐνέργεια, νά κτιστοῦν ἤ νά κτίζονται διαρκῶς τά πάντα. Ἡ Θεολογία ἐν προκειμένῳ, διά τῶν Πατέρων (λ.χ. Καππαδόκες, ἱερός Χρυσόστομος, ἅγιος Μάξιμος Ὁμολογητής κ. ἄ.), ὁμιλεῖ γιά τούς «λόγους τῶν ὄντων», οἱ ὁποῖοι ἀποκαλοῦνται ὡς τά «ἄκτιστα ἀγαθά θελήματα τοῦ Θεοῦ»[7], ἤ προορισμοί, ἤ οὐσιοποιοί παράγοντες. Μέ αὐτήν τήν ἕννοια, ὁ κόσμος συνυπάρχει ἀΐδια μέ τόν Θεό ὡς θέλημά Του καί ἔπειτα δημιουργεῖται ἐν χρόνῳ ἀπό τόν Πάνσοφο Δημιουργό. Εἰδικά γιά τούς λόγους τῶν ὄντων κάνει λόγο ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής. Ἡ δημιουργία δέν εἶναι στατική, ἀλλά δυναμική πραγματικότητα, διότι ἔχει ξεκινήσει ἀπό προϋπάρχοντες λόγους. Ἄν καί ὅλα τά ὄντα προῆλθαν ἀπό τό μή ὄν κατά τήν ἀγαθή βούληση τοῦ Θεοῦ, κατά τήν σκέψη τοῦ ἁγίου Μαξίμου, προϋπῆρχαν ἀϊδίως, στόν ἕνα Λόγο, τόν Θεό. Κάθε κτιστό, δημιουργήθηκε σύμφωνα μέ τόν ἀντίστοιχο λόγο, καί αὐτός εἶναι πού ὁρίζει τόσο τή γέννησή του, ὅσο καί τήν οὐσία του.

Εἶναι λοιπόν βέβαιο ὅτι «κτίση και ἱστορία, πράγματα καί γεγονότα εἶναι θεῖα θελήματα, ἀποτελέσματα τῆς θείας βουλητικῆς ἐνεργείας. Τά πάντα ἀρχιτεκτονοῦνται, διαρθρώνονται καί ὑπάρχουν μέ λόγο καί λογικότητα. Λόγος καί λογικότητα βρίσκονται στή δομή κάθε πράγματος, καί ἐξασφαλίζουν τήν ἑνότητα μέ τίς θεῖες ἐνέργειες καί μεταξύ τους». [8]

Πάντως, ὅλη ἡ κτίση, αἰσθητή καί νοητή, κατά τήν Πατερική θεολογία, μέ τή διαβάθμιση καί ἱεράρχηση τῶν ὄντων (αἰῶνες[9], πνεύματα, κόσμος, ἄνθρωπος), ἀποτελεῖ εἰκόνα τοῦ ὄντος, τοῦ Ἁγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ, ὅπως τό λέγει στό περισπούδαστο ἔργο του «Περί κατασκευῆς τοῦ ἀνθρώπου» ὁ Γρηγόριος Νύσσης, ἀδελφός τοῦ Μ. Βασιλείου: «Πᾶσα τοίνυν ἡ φύσις, ἡ ἀπό τῶν πρώτων μέχρι τῶν ἐσχάτων διήκουσα, μία τις τοῦ ὄντος ἐστίν εἰκόνα».[10] Καί ὅλη ἡ κτίση, ὁλόληρη ἡ συμπαντική πραγματικότητα, ἀποτελεῖ ἕνα σῶμα μέ πολλά μέλη πού μετέχουν στίς θεῖες ἐνέργειες, κατ᾿ ἀναλογίαν πρός τή δεκτικότητά τους.[11]

Γεγονός, πάντως, εἶναι, ὅτι ὅπως εὔστοχα ἐπισημαίνει ὁ πατρολόγος καθηγητής Π. Χρήστου, ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ διήκει ὄχι ἁπλῶς δι᾿ ὅλης τῆς κτίσεως, ἀλλά καί δι᾿ ὅλης τῆς ἱστορίας. Λογικά και ἄλογα, ἀθάνατα καί θνητά, οὐράνια καί ἐπίγεια ἀπολαύουν ὅλα τῆς χορηγίας τοῦ Λόγου καί μέ Αὐτόν τόν τρόπο διατηροῦνται στήν ὕπαρξη καί τήν ζωή. Ἀλλά ὁ βίος τῆς ἀνθρωπότητος εἶναι ἐκεῖνος πού διαπερᾶται ἰδιαιτέρως ἀπό τίς ἀκτῖνες καί τήν προνοϊκή ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ. [12] 

Ἄς προχωρήσουμε ὅμως, μετά ἀπό τά σχετικά μέ τήν ὅλη δημιουργία, στό «τιμιώτατον Θεῷ κτῆμα καί οἰκειότατον», δηλαδή τόν ἄνθρωπο, ὅπως τόν ὀνομάζει ὁ Ἀετός τῆς Θεολογίας, ἅγιος Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνός.[13]
--------------------------------------------------------------------------------Συνεχίζεται 

[1]MPG. 26, 596

[2] Ν. Ματσούκα, Δογματική καί Συμβολική Θεολογία, Β΄, σελ. 185. 

[3] Ὁ Πλάτων, ὡς γνωστόν, θεωροῦσε τόν Θεό ὡς διακοσμητή τοῦ σύμπαντος καί ὄχι δημιουργό. Οἱ φιλόσοφοι θεωροῦν ὡς δημιουργία ὅ,τι παράγεται ἤ πολλαπλασιάζεται, ἤ μεταπλάσσεται, προέρχεται ἀπό τήν οὐσία αὐτοῦ τοῦ πράγματος, ὑλικοῦ ἤ πνευματικοῦ. Βλ. Ν. Ματσούκα, Δογματική καί Συμβολική Θεολογία, τόμ Γ΄σελ 155. Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής γράφει ὅτι αὐτός εἶναι ὁ λόγος τῶν φιλοσόφων, τό νά θεωροῦν τόν Θεό, δημιουργό τῶν ποιοτήτων, ἐνῶ ἐμεῖς τόν πιστεύουμε ὀρθῶς ὡς δημιουργό τῶν οὐσιῶν. Βλ. Κεφάλαια Περί ἀγάπης, MPG. 90, 1049A καί 1025Β.

[4] Κατά Μανιχαίων διάλογος, MPG. 94, 1512B. 

[5] Εἰς τήν Ἑξαήμερον, MPG. 29, 12B: «Συμφυής ἄρα τῷ κόσμῳ καί τοῖς ἐν αὐτῷ ζώοις τε καί φυτοῖς ἡ τοῦ χρόνου διέξοδος ὑπέστη, ἐπειγομένη ἀεί καί παραρρέουσα καί οὐδαμοῦ παυομένη τοῦ δρόμου».

[6] Βλ. Ν. Ματσούκα Δογματική καί Συμβολική Θεολογία, τόμ. Γ΄, σελ. 105.

[7] Βλ. Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, Πρός Θαλάσιον, Περί διαφόρων ἀπόρων : «Οἱ τῶν ὄντων λόγοι προκαταρτισθέντες τῶν αἰώνων Θεῷ, καθώς οἶδεν αὐτός, ἀόρατοι ὄντες, οὕς καί ἀγαθά θελήματα καλεῖν τοῖς θείοις ἔθος ἐστίν ἀνδράσιν». MPG. 90, 293 D -296A.

[8] Ν. Ματσούκα, Δογματική, τόμ. Γ΄, σελ. 164

[9] Βλ. Ἐβρ. 1, 2. : «Δι᾿ οὗ καί ἐποίησε τούς αἰῶνας». Αἰῶνες στήν κτιστή πραγματικότητα εἶναι ἡ χρονική καί μετρητή «διαστηματική» κίνηση, ἤ ὁ νοητός χώρος τῶν λογικῶν και νοερῶν ὄντων. Οἱ Πατέρες χρησιμοποιοῦν τόν ὅρο «αἰῶνας» μέ ποικίλες ἔννοιες. Κατά τόν ἅγιο Ἰωάννη τον Δαμασκηνό, ἡ λέξη αἰώνας ἔχει πολλές σημασίες: «Τό τοῦ αἰῶνος ὄνομα πολύσημον ἐστί…αἰών γάρ λέγεται ἡ ἑκάστου τῶν ἀνθρώπων ζωή…πάλιν, ὀ χιλίων ἐτῶν χρόνος…πάλιν ὅλος ὁ παρών βίος καί αἰών ὁ μέλλων…» Βλ. Ἔκθεσις ὀρθοδόξου πίστεως, 4, 2, 1. MPG. 94, 861B. Πρέπει, ὡστόσο, νά διακρίνουμε στήν Πατερική σκέψη τή θέση ὅτι ἄλλο εἶναι ἡ θεία αἰωνιότητα πού εἶναι ἀΐδια καί ἄλλο ἡ κτιστή αἰωνιότητα καί οἱ κτιστοί αἰῶνες. 

[10] MPG. 44, 148B καί 185D.

[11] Ν. Ματσούκα Δογματική Β΄, σελ. 181.

[12] Βλ. Π. Χρήστου, «Τό μυστήριο τοῦ Θεοῦ», ἔκδ. Κυρομάνος, Θεσσαλονίκη 1991, σελ. 131.

[13] ΕΠΕ, 1, 66, Α΄ Λόγος Εἰς τό Ἅγιον Πάσχα.


 
 
 
 
 
 
 

    Αρχείο

    All